Η περιγραφή της απαγωγής Λεμπιδάκη και η πρώτη μέρα στο εργοστάσιο (VIDEO)
Ο επιχειρηματίας Μιχάλης Λεμπιδάκης που κρατούνταν όμηρος από απαγωγείς για έξι μήνες και απελευθερώθηκε από την αστυνομία πριν λίγες μέρες, επέστρεψε κανονικά στη δουλειά του, όπου εκεί τον υποδέχτηκαν φίλοι και συνεργάτες.
Ο ίδιος είναι αδυνατισμένος, αλλά χαμογελάει και κάνει τις πρώτες του δηλώσεις σε τηλεόραση της Κρήτης.
Παρακάτω μπορείτε να δείτε το σχετικό βίντεο, αλλά πριν από αυτό διαβάστε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και πως περιγράφει τη στιγμή της απαγωγής του, έξι μήνες πριν..!
Η απαγωγή
«Μόλις είχα γυρίσει από το εξωτερικό, από τη Γερμανία. Από το αεροδρόμιο του Ηρακλείου πήρα το πρώτο ταξί που βρήκα εκεί και ζήτησα να με μεταφέρει στην εταιρεία μου. Στην εταιρεία έφθασα λίγο αργότερα και συνάντησα την μητέρα μου. Εκεί βρισκόταν ακόμα ο φύλακας και άλλοι εργαζόμενοι που χαιρέτησα.
Πήρα το αυτοκίνητό μου που ήταν εκεί παρκαρισμένο και κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου στα "Καλέσσα", από τη διαδρομή που ακολουθώ συνέχεια.
Σε όλη τη διαδρομή δεν παρατήρησα κάτι περίεργο, ούτε πρόσεξα να με ακολουθεί κάποιο άλλο αυτοκίνητο. Μέχρι εκείνο το σημείο είχαν περάσει περίπου δεκαπέντε λεπτά. Λίγο αργότερα και ένα χιλιόμετρο περίπου πριν φθάσω στο σπίτι μου, πρόσεξα ένα αυτοκίνητο, τύπου «βαν», χωρίς να θυμάμαι τι χρώμα ήταν, να έρχεται προς το μέρος μου.
Το βαν τελικά τράκαρε το δικό μου αυτοκίνητο στην μπροστά αριστερά πλευρά. Σταμάτησα στη δεξιά πλευρά, νομίζοντας ότι πρόκειται για τροχαίο ατύχημα και τότε, μάλλον από το βανάκι βγήκε ένα άτομο που κρατούσε στα χέρια του μία βαριοπούλα.
Το άτομο αυτό κινήθηκε προς το μέρος μου και έσπασε το τζάμι από το παράθυρο. Αμέσως μετά εμφανίστηκε και ένα άλλο άτομο που κρατούσε στα χέρια του ένα όπλο, ένα καλάζνικοφ και με σημάδευε από το παρ μπριζ του αυτοκινήτου.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ήταν καλάζνικοφ. Και τα δύο άτομα φορούσαν στρατιωτικές στολές παραλλαγής, μαύρες κουκούλες, τύπου full face που κάλυπταν τα πρόσωπά τους και μαύρα γάντια στα χέρια τους. Επειδή όλα έγιναν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και έχει περάσει και αρκετός καιρός από τότε, δεν μπορώ να θυμηθώ τα σωματικά χαρακτηριστικά τους.
Ο άνδρας με την βαριοπούλα, αφού έσπασε το παράθυρο, μου φώναξε: «Βγες έξω, βγες έξω», σε ελληνικά, χωρίς να καταλάβω κάποιο ιδίωμα.
Εγώ άνοιξα την πόρτα, βγήκα έξω, οι δύο άνδρες με έπιασαν από τα χέρια μου δεξιά και αριστερά, μου φόρεσαν κουκούλα στο πρόσωπο και με οδήγησαν σε ένα άλλο επιβατηγό αυτοκίνητο, που υπήρχε στο πίσω μέρος και με έβαλαν να καθίσω πίσω, ανάμεσα σε δύο άλλα άτομα που υπήρχαν καθισμένα εκεί. Το αυτοκίνητο αυτό δεν είδα τι μάρκα ήταν, ούτε κατάλαβα κάτι άλλο.
Μέσα στο αυτοκίνητο νομίζω ότι ήταν τέσσερα άτομα, που μιλούσαν πολύ ψιθυριστά. Ο άνδρας που καθόταν αριστερά μου, μου είπε τότε, χαμηλόφωνα, σε κρητική διάλεκτο: «Μη φοβάσαι, δεν παθαίνει κανείς τίποτα».




















