Διαβάστε λεπτομέρειες για τη μέθοδο.
H απόκτηση ενός παιδιού είναι αναμφισβήτητα το όνειρο κάθε ζευγαριού. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όποια και αν είναι η κοινωνική ή οικονομική τους κατάσταση, κάνουν σχέδια στη ζωή τους που περιλαμβάνουν παιδιά.
Ωστόσο, δυστυχώς, δεν μπορούν όλα τα ζευγάρια που επιθυμούν μια εγκυμοσύνη να το επιτύχουν. Ένα σημαντικό ποσοστό των ζευγαριών αυτών, περίπου το 15%, θα χρειαστεί ιατρική βοήθεια για την επίλυση προβλημάτων γονιμότητας. Η υπογονιμότητα έχει αναγνωριστεί ως σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας σε όλο τον κόσμο από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO). Αποτελεί μία πολύπλοκη ασθένεια με σημαντικές ψυχολογικές, κοινωνικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις και για το λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευθύνη και σοβαρότητα.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά πως η υπογονιμότητα πλήττει το 10% των ζευγαριών προχωρημένης ηλικίας. Στη χώρα μας, ο αριθμός των ζευγαριών που δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν λόγω υγείας εκτιμάται στα 300.000.
Ευτυχώς όμως, η επιστήμη δίνει τη λύση σε όλους εκείνους που θέλουν να νιώσουν τη χαρά να γίνουν γονείς. Η μέθοδος είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση, μια ασφαλής μέθοδος που εφαρμόζεται πάρα πολλά χρόνια με μεγάλη επιτυχία. Οι γιατροί υποστηρίζουν πως έχουν γεννηθεί μέχρι και σήμερα με τη μέθοδο της τεχνητής γονιμοποίησης 4,5 εκατομμύρια παιδιά.
Πως γίνεται η εξωσωματική γονιμοποίηση
Τα ωάρια λαμβάνονται από τα ωοθυλάκια, που αναπτύσσονται στις ωοθήκες της γυναίκας, με τη διαδικασία της ωοληψίας. Στο εργαστήριο, έρχονται σε επαφή με τα σπερματοζωάρια, μέσα σε ειδικά δοχεία (τρυβλία) με καλλιεργητικό υλικό, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση. Στη συνέχεια, τα τρυβλία με τα γονιμοποιημένα ωάρια (ζυγώτες) τοποθετούνται σε επωαστικό κλίβανο για 2-6 ημέρες, υπό ειδικές συνθήκες, ώστε τα έμβρυα να διανύσουν τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους.

Αντί τα έμβρυα να καταλήξουν στη μήτρα με φυσικό τρόπο (δηλαδή μέσω της σάλπιγγας), μεταφέρονται σʼ αυτήν από τον εξειδικευμένο γυναικολόγο, με τη βοήθεια ενός λεπτού καθετήρα μέσα στον οποίο τα έχει τοποθετήσει ο εμβρυολόγος.
Τα έμβρυα εμφυτεύονται από μόνα τους στον βλεννογόνο της μήτρας, το ενδομήτριο, όπως και στη φυσιολογική σύλληψη. Εάν υπάρξει εμφύτευση θα υπάρξει και εγκυμοσύνη.
Η εμβρυομεταφορά γίνεται μεταξύ 2ης και 6ης ημέρας μετά την ημέρα της ωοληψίας με έμβρυα που βρίσκονται μεταξύ 4 κυττάρων (2η ημέρα) έως το στάδιο της βλαστοκύστης (5η ή 6η ημέρα).
Ο υπεύθυνος εμβρυολόγος επιλέγει τα καλύτερα έμβρυα σύμφωνα με συγκεκριμένα διεθνή κριτήρια και προχωρά σε αναρρόφηση των εμβρύων αυτών με ειδικό εύκαμπτο καθετήρα.

Ο καθετήρας τοποθετείται στη μήτρα από το γυναικολόγο αναπαραγωγής, μέσω του τραχήλου, η πορεία και η θέση του οποίου παρακολουθείται συνεχώς υπερηχογραφικά. Η τεχνική απαιτεί ήπιες και ακριβείς κινήσεις ενώ ο καθετήρας επιστρέφεται στον εμβρυολόγο μετά το τέλος της έγχυσης των εμβρύων ώστε να διαπιστωθεί αν όλα τα έμβρυα εναποτέθηκαν στη μήτρα της γυναίκας επιτυχώς.
Γίνεται συνήθως χωρίς τη λήψη νάρκωσης ή αναλγησίας, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων γυναικών που παρουσιάζουν δυσκολία στην προσέγγιση της μήτρας με τον καθετήρα ή αισθάνονται υπερβολικό άγχος και νευρικότητα.
Μετά την εμβρυομεταφορά
Αμέσως μετά την εμβρυομεταφορά η γυναίκα παραμένει κλινήρης για περίπου μισή ώρα και έπειτα μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι της, όπου καλό είναι να περιορίσει τις δραστηριότητες που προκαλούν σωματική κόπωση και να απέχει από σεξουαλική επαφή.
Απαραίτητη προϋπόθεση για ένα θετικό αποτέλεσμα είναι η συνεχής και αδιάλειπτη λήψη των φαρμάκων για την υποστήριξη του ενδομητρίου και την αύξηση της υποδεκτικότητάς του, σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού.
Το πρώτο μωρό της εξωσωματικής

Το πρώτο παιδί γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1978. Η μέθοδος αναπτύχθηκε από τον βρετανό γυναικολόγο και μαιευτήρα Πάτρικ Στέπτοου, σε συνεργασία με τον βιολόγο και φυσιολόγο Ρόμπερτ Έντουαρτς.
Στο νοσοκομείο Όλντχαμ της Αγγλίας, κάτω από την επίβλεψη του γυναικολόγου η Λέσλι Μπράουν γεννά ένα υγιέστατο κοριτσάκι (φωτο πάνω), που ζυγίζει δύο κιλά και εξακόσια γραμμάρια. Έκτοτε, το μωρό της, η Λουίζ, πήρε το προσωνύμιο «το παιδί του σωλήνα» και ακολούθησε την πορεία της μητέρας της φέρνοντας στον κόσμο το παιδί της με την ίδια μέθοδο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η Λέσλι Μπράουν προσπαθούσε με τον σύζυγό της επί εννιά χρόνια να κάνουν παιδί όταν αποφάσισαν να προσπαθήσουν με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο και την επιτυχή γέννηση της κόρης της, η Λέσλι έδωσε ελπίδα σε πολλά ζευγάρια ανά τον κόσμο με πρόβλημα τεκνοποίησης.

