ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΔΕΘ: Η Σοφία Νικολάου κατακεραυνώνει τον Πρωθυπουργό

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΔΕΘ: Η Σοφία Νικολάου κατακεραυνώνει τον Πρωθυπουργό
6 Σεπτεμβρίου 2026, 13:59
A+ A-
Η Ευβοιώτισσα δικηγόρος όλο και πιο κοντά στον Σαμαρά.

Με ένα αντικυβερνητικό ...σεντόνι στο Facebook κατέκρινε τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ η Ευβοιώτισσα δικηγόρος Σοφία Νικολάου.

Η κα Νικολάου είχε ανακοινωθεί ως υποψήφια βουλευτής με τη ΝΔ το 2023, αλλά αποσύρθηκε στον απόηχο της σκανδαλώδους υπόθεσης των απευθείας αναθέσεων επί θητείας της ως Γενική Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής.

Μέχρι πριν λίγους μήνες, ετοιμαζόταν για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, πάντα με τη Νέα Δημοκρατία. Ξαφνικά, όμως, έμεινε εκτός ψηφοδελτίου και στράφηκε κατά της κυβέρνησης.

Μάλιστα, άνθρωποι του φιλικού τους περιβάλλοντος δηλώνουν με βεβαιότητα ότι η Νικολάου θα είναι υποψήφια βουλευτής με το κόμμα που θα φτιάξει ο πρώην «γαλάζιος» πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Με πιθανότερη επιλογή ψηφοδέλτιο στην Αθήνα, όπου μένει μόνιμα.

Οι φήμες για σύμπλευση της Νικολάου με τον Σαμαρά επιβεβαιώνονται εμμέσως με την ανάρτησή της στο Facebook, στην οποία κατακευραυνώνει τον Πρωθυπουργό (διαβάστε κάτω).

Η ανάρτηση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης και συνοδεύεται με φωτογραφία του Μητσοτάκη, η οποία έχει τίτλο «Ωραία τα λόγια. Η ζωή όμως πληρώνεται σήμερα».

Το πλήρες κείμενό της έχει ως εξής:
«Σε μια ακόμη ΔΕΘ ακούσαμε από τον πρωθυπουργό ξανά για αυξήσεις, φοροελαφρύνσεις, επιδόματα και έναν «κουμπαρά» για τα παιδιά.
Ωραία όλα αυτά. Αλλά ας αφήσουμε την επικοινωνία και ας δούμε την ουσία.
Το 2023 η κυβέρνηση έβαζε ως στόχο μέσο μισθό 1.500 ευρώ και κατώτατο 950 ευρώ μέχρι το τέλος της τετραετίας. Σήμερα, αντί να συζητάμε για το πώς ξεπεράστηκε ο στόχος, ακούμε για 1.000 ευρώ κατώτατο μισθό το 2028 και μέσο μισθό 1.800 ευρώ σε βάθος νέας τετραετίας.
Και την ίδια στιγμή η ακρίβεια έχει ήδη φάει μεγάλο μέρος της όποιας ονομαστικής αύξησης. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει πρόβλημα αγοραστικής δύναμης, ενώ οι τιμές τροφίμων και ενέργειας έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Δηλαδή: αυξάνεις τον μισθό από τη μία και αφήνεις το κόστος ζωής να τον τρώει από την άλλη.
Αυτό δεν είναι αύξηση ευημερίας. Είναι διαχείριση της απώλειας.
Και στο δημογραφικό;
Εδώ η αποτυχία είναι ακόμη πιο εμφανής.
Μια χώρα που χάνει πληθυσμό δεν χρειάζεται απλώς φορολογικά μπόνους σε οικογένειες που έχουν ήδη τρία παιδιά.
Η ελληνική οικογένεια καταρρέει, φτάσαμε να γεννιούνται 60.000 παιδιά κάθε χρόνο, η Ελλάδα εξαφανίζεται κι εμείς φτιάχνουμε «κουμπαράδες» με ελάχιστο κόστος για το κράτος.
Χρειάζεται να κάνει οικονομικά και πρακτικά εφικτό το πρώτο και το δεύτερο παιδί.
Πού είναι οι πραγματικά δωρεάν και επαρκείς βρεφονηπιακοί σταθμοί;
Εϊδαμε ουσιαστική στήριξη της εργαζόμενης μητέρας;
Πού είναι η πραγματικά ευέλικτη εργασία για γονείς με μικρά παιδιά;
Πού είναι η πολιτική που μειώνει δραστικά το κόστος ανατροφής ενός παιδιού από την πρώτη μέρα;
Για μια οικογένεια με κανένα ή ένα παιδί, που σκέφτεται αν μπορεί να αντέξει οικονομικά ένα ακόμη παιδί, ποιο ακριβώς μέτρο της χθεσινής εξαγγελίας αλλάζει ουσιαστικά την απόφασή της;
Ακόμη πιο τραγικό: Θεωρούν σπουδαίο μέτρο ότι δεν θα πληρώνει φόρο μια οικογένεια με τρία παιδιά με εισόδημα έως… 20.000 ευρώ!
Μα καλά; Πιστεύουν ότι βάζοντας τόσο χαμηλό εισοδηματικό κριτήριο θα βοηθήσουν την ελληνική οικογένεια να μεγαλώσει;
Ως μάνα τριών παιδιών γνωρίζω πολύ καλά ότι είναι η απόλυτη κοροϊδία.
Το δημογραφικό θα λυθεί όταν ένα νέο ζευγάρι μπορεί να πει:
«Μπορώ να κάνω παιδί χωρίς να καταστραφώ οικονομικά.»
Αυτό δεν ακούστηκε χθες. Δεν ακούστηκε ούτε ένα πραγματικά γενναίο μέτρο.
Αντί γι' αυτό, μας παρουσίασαν τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά»: ο γονιός βάζει έως 100 ευρώ τον μήνα και το κράτος άλλα 100, με το κεφάλαιο να μένει κλειδωμένο μέχρι τα 18.
Συγγνώμη, αλλά το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται με έναν λογαριασμό που θα αξιοποιήσει το παιδί όταν ενηλικιωθεί.
Το ζήτημα είναι αν οι γονείς μπορούν σήμερα να κάνουν παιδί. Αν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Αν μπορούν να βρουν παιδικό σταθμό.
Αν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται. Αν μπορούν να πληρώσουν πάνες, γάλα, φροντιστήρια, δραστηριότητες, γιατρό και όλα τα υπόλοιπα.
Το παιδί δεν χρειάζεται 60.000 ευρώ στα 18. Χρειάζεται γονείς που να μπορούν να το μεγαλώσουν χωρίς να καταρρεύσουν οικονομικά στα πρώτα 18 χρόνια.
Και η ενέργεια;
Ακούμε για μείωση του ενεργειακού κόστους στο μέλλον.
Όμως το νοικοκυριό πληρώνει σήμερα. Οι επιχειρήσεις πληρώνουν σήμερα. Η παραγωγή πληρώνει σήμερα.
Και η κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει μελλοντικούς στόχους -ακόμη και για μείωση του χονδρεμπορικού κόστους ηλεκτρισμού κατά 30% έως το 2029- αντί για μια μόνιμη, άμεση λύση στο ενεργειακό κόστος.
Και υπάρχει και ένας ελέφαντας στο δωμάτιο: το ιδιωτικό χρέος.
Πάνω από 400 δισ. ευρώ είναι πλέον το συνολικό ιδιωτικό χρέος, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία.
Και τι ακούσαμε στη ΔΕΘ για τους ανθρώπους που χρωστούν σε τράπεζες, funds, servicers, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία;
Ελάχιστα έως τίποτα. Καμία μεγάλη, μόνιμη λύση για την υπερχρέωση.
Καμία ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα των δανειοληπτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με funds και servicers.
Καμία μεγάλη θεσμική παρέμβαση που να βάζει πραγματικά όρια στην ασυδοσία και να αποκαθιστά την ισορροπία μεταξύ πιστωτή και πολίτη.
Ας πάμε και στους ελεύθερους επαγγελματίες ειδικά στη εστίαση που δικαιολογημένα είναι έξαλλοι.
Περίμεναν από την κυβέρνηση ουσιαστικές ελαφρύνσεις: Μείωση του ΦΠΑ, άμεση μείωση της προκαταβολής φόρου, ελάφρυνση του ασφαλιστικού και μέτρα για το τεράστιο λειτουργικό κόστος που έχει γονατίσει τον κλάδο.
Αντί γι’ αυτά, άκουσαν από τον πρωθυπουργό… Κατερίνα Λιόλιου, δηλαδή τους έδωσε να πληρώσουν και τον… λογαριασμό.
Ακουσαν για αυξήσεις μισθών που μεταφράζονται σε ακόμη μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις.
Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται; Πληρώνει ο εργοδότης. Αυξάνονται οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις; Πληρώνει ο εργοδότης. Ανεβαίνουν οι πρώτες ύλες, η ενέργεια και τα ενοίκια; Πάλι ο εργοδότης.
Και όταν όλα αυτά γίνουν τιμή στον κατάλογο, δηλαδή στον καταναλωτή, θα κατηγορηθεί πάλι η εστίαση για την ακρίβεια!
Ας σταματήσει λοιπόν η κοροϊδία. Δεν μπορείς να ζητάς από μια μικρή επιχείρηση να πληρώνει όλο και περισσότερα και ταυτόχρονα να απαιτείς να κρατά χαμηλές τιμές, να μην απολύει, να προσλαμβάνει νόμιμα και να επενδύει. Τα περιθώρια στην εστίαση έχουν ήδη συμπιεστεί δραματικά. Η προκαταβολή φόρου στραγγίζει τη ρευστότητα, οι ασφαλιστικές εισφορές ανεβάζουν το κόστος της νόμιμης εργασίας και ο ΦΠΑ κρατά ψηλά την τελική τιμή. Και αντί η κυβέρνηση να δώσει άμεσες λύσεις, παραπέμπει τις πραγματικές ελαφρύνσεις στο μέλλον. Ο επαγγελματίας όμως δεν λειτουργεί στο μέλλον. Πρέπει να πληρώσει σήμερα.
Και ας μην κάνουν μετά ότι πέφτουν από τα σύννεφα όταν αρχίσουν τα λουκέτα. Όταν μια επιχείρηση δεν βγαίνει, οι επιλογές είναι συγκεκριμένες: αυξήσεις τιμών, λιγότερο προσωπικό, περιορισμός λειτουργίας, περισσότερη πίεση για αδήλωτη εργασία ή, τελικά, λουκέτο.
Και τότε θα χάσουν όλοι: Ο επιχειρηματίας, ο εργαζόμενος, το κράτος, η τοπική αγορά. Η κυβέρνηση δεν μπορεί από τη μία να πανηγυρίζει για την αύξηση του κατώτατου μισθού και από την άλλη να αγνοεί ποιος πληρώνει το πραγματικό κόστος του.
Ο κατώτατος μισθός δεν αυξάνεται με κυβερνητικές ανακοινώσεις. Αυξάνεται με χρήματα που πρέπει να βρει κάθε μήνα η επιχείρηση.
Η εστίαση δεν ζητά προνόμια και χαριστικές ρυθμίσεις. Ζητά να μπορεί να επιβιώσει νόμιμα. Ζητά άμεση μείωση της προκαταβολής φόρου, ουσιαστική μείωση του ΦΠΑ, χαμηλότερο μη μισθολογικό κόστος και ένα φορολογικό πλαίσιο που να αφήνει οξυγόνο στην επιχείρηση.
Γιατί αν η κυβέρνηση συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον μικρό επαγγελματία ως ανεξάντλητη πηγή εσόδων, σύντομα δεν θα έχει να φορολογήσει τίποτα. Θα έχει να μετρήσει λουκέτα, απολύσεις και μια οικονομία που σπρώχνεται όλο και περισσότερο στη μαύρη εργασία.
Η εστίαση δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά να μην την οδηγήσουν στον γκρεμό.
Κάπου εδώ πρέπει να τελειώσει η εποχή των πανηγυρικών παρουσιάσεων.
Γιατί μια κυβέρνηση δεν κρίνεται από το πόσα μέτρα ανακοινώνει σε μια ομιλία, αλλά από το αν ο πολίτης στο τέλος του μήνα ζει καλύτερα.
Και σήμερα ο Έλληνας δεν ζητά άλλον έναν πίνακα με δισεκατομμύρια, αλλά να μπορεί να ζήσει, να κάνει οικογένεια, να πληρώσει το σπίτι του, να πληρώσει το ρεύμα του και να μην φοβάται ότι ένα απρόοπτο θα τον οδηγήσει στα funds.
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.
Και σε αυτό το τεστ, οι χθεσινές εξαγγελίες είναι πολύ λιγότερες από αυτές που χρειάζεται η χώρα».

Επιστροφή