Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 14): Τελευταία πράξη

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 14): Τελευταία πράξη
7 Ιουλίου 2019, 11:18
A+ A-
Το φινάλε στο αστυνομικό μυθιστόρημα.

* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη

Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 ,το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5, το κεφάλαιο 6, το κεφάλαιο 7, το κεφάλαιο 8, το κεφάλαιο 9, το κεφάλαιο 10, το κεφάλαιο 11, το κεφάλαιο 12 και το κεφάλαιο 13

 

Το παλιό κεραμιδί Datsun σταμάτησε λίγο πριν τα διόδια της Τραγάνας. Ο οδηγός του –ένας μεσόκοπος αγρότης απ’ τις Λιβανάτες–, είχε και χθες το πρωί περάσει απ’ το ίδιο σημείο, όπου είχε σταματήσει ένα πολύ περίεργο ζευγάρι. Ο άνδρας κι η γυναίκα έκαναν σαν τρελοί γύρω από ένα μαύρο Fiat. Είπε να σταματήσει μήπως χρειάζονταν κάτι, αλλά ο τύπος τού κούνησε επιτακτικά το χέρι, να φεύγει.

Τώρα, καθώς το ημιφορτηγό πάλευε ξανά ν’ ανέβει την ανηφόρα, κι ενώ οι διαλυμένοι υαλοκαθαριστήρες έδιωχναν όπως-όπως το νερό που έπεφτε ασταμάτητα, στο ίδιο ακριβώς σημείο, στην άκρη του δρόμου, τα φώτα του έπεσαν σε κάτι μεγάλο που άσπριζε. Έκοψε κι έκανε δεξιά. Τότε την είδε! Ήταν ένα κορίτσι κάτω από έναν αναιμικό θάμνο, που προσπαθούσε να φυλαχτεί απ’ τη βροχή. Καθόταν με το κεφαλάκι ανάμεσα στα γόνατα· ακίνητο.

Κατέβηκε και την πλησίασε προσεκτικά. Εκείνη τον κοίταξε κι έκανε να φύγει, αλλά έπεσε στο πλάι, σαν να μην τη σήκωναν τα πόδια της. Ήταν λασπωμένη και ολοφάνερα ταλαιπωρημένη. «Μη φοβάσαι. Πώς σε λένε κοριτσάκι;» τη ρώτησε τρυφερά ο άνδρας. Εκείνη μόλις που μπόρεσε να μιλήσει. «Έρση» ψιθύρισε. «Πώς;» «Έρση, Έρση κύριε» είπε τώρα λίγο πιο δυνατά.
 

***
 

Η Έρση συνήλθε όταν άρχισαν να πέφτουν στο πρόσωπό της οι χοντρές ψιχάλες της βροχής. Κοίταξε γύρω. Μόνο χώματα και βράχια. Οι άνθρωποι που προσπάθησαν να της κάνουν κακό, δεν φαίνονταν πουθενά. Από μακριά άκουγε πού και πού να περνούν αυτοκίνητα. Σηκώθηκε και παραπατώντας κατάφερε μετά από ώρα να φθάσει στην Εθνική Οδό. Κάθισε στην άκρη του δρόμου και περίμενε. Δεν έπρεπε να φύγει μακριά. Πώς θα την έβρισκε ο μπαμπάς της; Σίγουρα θα την έψαχνε και σίγουρα θα στεναχωριόταν πολύ κι εκείνος.
 

***
 

Ο Φίλιππος κόλλησε το Γκλοκ στο κεφάλι του, μόλις είδε τον Κοτρωνά να μπαίνει στο διαμέρισμα. «Πίσω! Πίσω!» φώναξε «αν δε θέλεις να φορτωθείς ένα ακόμα πτώμα». Ο αστυνόμος έκανε νόημα στους οπλισμένους με τα αλεξίσφαιρα που τον ακολουθούσαν, να υποχωρήσουν. «Παιδιά, κλείστε και την πόρτα» διέταξε. Εκείνοι οπισθοχώρησαν διστακτικά, κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Κάθισε ήρεμα σε ένα τραπεζάκι κοντά στον πεσμένο άνδρα και αφαίρεσε επιδεικτικά τον γεμιστήρα του όπλου που κρατούσε. Έβγαλε μια σφαίρα και την έδωσε στον Φίλιππο.

«Ορίστε κύριε» του είπε σιγά, για να μην ακουστεί έξω. «Θα σας χρειαστεί οπωσδήποτε, δεδομένου ότι το όπλο σας είναι άδειο». Ασυναίσθητα ό Φίλιππος κατέβασε μια στιγμή το πιστόλι και το κοίταξε. Ο Κοτρωνάς του τίναξε το χέρι με μια κλωτσιά. Το όπλο πετάχτηκε μακριά. «Αν και» συνέχισε «ποτέ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό, ότι θα μπορούσατε να κάνετε μία ηρωική - μια καλή πράξη, έστω και αν αυτή ήταν η αυτοκτονία σας». Άνοιξε και κάλεσε τους αστυνομικούς να τον μαζέψουν. Ο άνδρας άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί να τον σηκώσουν πιο μαλακά. Ο ένας του έδωσε κρυφά μια κλωτσιά. «Α! κύριε, και μια… λεπτομέρεια» είπε ο αστυνόμος «λίγο πριν φθάσουμε, μας ειδοποίησαν οι συνάδελφοι, ότι βρέθηκε η κόρη σας κι ότι οργανώνεται ήδη η μεταφορά της στην Αθήνα». Ο Φίλιππος βόγκηξε δυνατά.     
Ωστόσο, ο αστυνόμος Ελπήνωρ Κορτωνάς δεν είχε προλάβει το κακό. Δύο άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Θα είχε προλάβει, αν το είχε χειριστεί διαφορετικά - αν δεν είχε καθυστερήσει, έστω πολύ λίγο, για να μάθει λεπτομέρειες απ’ τη διάσωση της Έρσης. Αυτό -το ήξερε- θα ερχόταν, σαν Ερινύα, σε πολλά απ’ τα άυπνα βράδια του. 

***

Ο αστυνόμος πέρασε ανάμεσα από ένα συρφετό τηλεοπτικών συνεργείων έξω από το Αγλαΐα Κυριακού. Το θέμα είχε πάρει τεράστια έκταση. Το κοριτσάκι είχε βρεθεί, ο ίδιος ο πατέρας είχε οργανώσει την απαγωγή και μετά ο ίδιος είχε εκτελέσει τους συνεργούς του. Όλοι ανέλυαν την πρωτοφανή υπόθεση. Ο Υπουργός δεν προλάβαινε να δίνει συνεντεύξεις.

 

Η Λένια έσφιγγε την Έρση στην αγκαλιά της. «Ήρθα να σας αποχαιρετήσω· γυρίζω στην έδρα μου κυρία» είπε ο Ελπήνωρ Κορτωνάς. «Ας ευχηθούμε πως αυτή θα είναι η τελευταία περιπέτεια της κόρης σας και της δική σας ζωής βεβαίως». Αισθανόταν ότι η μικρούλα Έρση είχε καταφέρει να επιστρέψει απ’ τον Άδη, για να απαλείψει τον διαρκή πόνο απ’ τον χαμό ενός παιδιού. Η Λένια τον κοίταξε με τα διάφανα μάτια της. «Σας ευχαριστώ για όλα αστυνόμε» του είπε.
 

Τέλος

 

 

 

 

Επιστροφή