Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 13): Νέμεσις
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 ,το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5, το κεφάλαιο 6, το κεφάλαιο 7, το κεφάλαιο 8, το κεφάλαιο 9, το κεφάλαιο 10, το κεφάλαιο 11 και το κεφάλαιο 12
Oδηγώντας από στενά, ο Φίλιππος έφτασε πίσω απ’ το Νομισματοκοπείο, σε ένα αδιέξοδο όπου ήξερε πως στο ισόγειο ενός διωρόφου έμενε ο Βασιλείου με τη Ζαΐρη. Σταμάτησε λίγο πριν και κατέβηκε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε τη μαύρη σακούλα απορριμμάτων με τα χρήματα, έτσι ώστε να καλύπτει και το χέρι με το όπλο του, οπλισμένο. Κοίταξε γύρω. Ησυχία... Τίποτα δεν φανέρωνε ότι κάποιος τον είχε ακολουθήσει.
Το σπίτι ήταν κατασκότεινο. Ο όροφος με τα ξεχαρβαλωμένα παντζούρια και τα ξερά φυτά έδειχνε εγκαταλελειμμένος. Πλησίασε προσεκτικά. Η κεντρική είσοδος της οικοδομής ήταν ανοικτή. Μια αχνά φωτισμένη λεπτή γραμμή έκανε την πόρτα του διαμερίσματος να ξεχωρίζει. Ήταν κι αυτή ανοιχτή. Την έσπρωξε απαλά. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Κάποιος τον τράβηξε μέσα βίαια, ενώ ένα πόδι ανάμεσα στα πόδια του, τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί στο μαρμάρινο δάπεδο. Ένοιωσε αβάστακτο πόνο, καθώς το αριστερό του γόνατο, που δέχτηκε πέφτοντας όλο του βάρος, έσπασε. Έβγαλε μια κραυγή πόνου· ωστόσο συνέχισε να κρατάει το όπλο, καλυμμένο από τη μαύρη σακούλα.
«Καλώς το σκληρό το παλικάρι» είπε ο Βασιλείου. Έκλεισε την πόρτα και άναψε το φως του χολ. «Έκανες πολύ καλά που έφερες το υπόλοιπο μερίδιό μας. Αν θέλεις το δικό σου φίλε Φιλιππάκο, ποτέ δεν είναι αργά. Μπορούμε και τώρα να καλέσουμε τη Λένια σου, να πάρει τον μπαμπά της και να ζητήσει να σου δώσει και το δικό σου εκατομμύριο. Φυσικά, αυτό θα μας έβαζε σε πρόσθετες ταλαιπωρίες - ταλαιπωρίες… που εσύ κωλόπαιδο δε σκέφτηκες όταν βούταγες τα 500 χιλιάρικα» και τον κλώτσησε δυνατά στο τσακισμένο του γόνατο. Ούρλιαξε, ενώ η κνήμη βρέθηκε σε αφύσικη γωνία με το σώμα του. Κρατήθηκε, να μην λιποθυμήσει. Πέταξε δίπλα τη σακούλα με τα χρήματα και σήκωσε το όπλο, σημαδεύοντας τον Βασιλείου. Εκείνος έκανε ν’ αρπάξει τα χρήματα, αλλά βλέποντας το Γκλοκ κοκκάλωσε.
«Τι έχεις να πεις τώρα τσογλάνι;» πέταξε με μίσος ο Φίλιππος. «Ηρέμησε!» είπε ο Βασιλείου. Νομίζω ότι μπορούμε να τα βρούμε. Θα πάρω τώρα τη Γιάννα να φέρει την κόρη σου. Μετά θα φύγουμε, θα αφήσουμε και τα λεφτά σου και ούτε γάτα - ούτε ζημιά».
Ο πυροβολισμός πρέπει να ακούστηκε σε όλη τη γειτονιά. Ο άνδρας κοίταξε με φρίκη την κόκκινη κηλίδα στο στομάχι του. Σήκωσε το χέρι, λες και μπορούσε να σταματήσει την επόμενη σφαίρα. «Πάρε τώρα τη Γιάννα και πες της να έρθει εδώ με την Έρση, τρέχοντας. Ίσως τότε να προλάβεις να πας σε κάνα νοσοκομείο, πριν στραγγίξεις από αίμα». Ο άλλος άρχισε να μυξοκλαίει. «Όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Μη! όλα θα πάνε καλά ρε φίλε…».
Από μια πόρτα στο βάθος ξεπρόβαλε η Γιάννα με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. «Φίλιππε σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ! Πουθενά δεν βγάζει αυτό. Έλα, πάμε να τον παρατήσουμε στο Γεννηματά και μετά θα πάμε στην Έρση. Να, παρ’ τα! Παρ’ τα όλα - όλα τα λεφτά» και πέταξε προς το μέρος του μια τσάντα. Το όπλο γύρισε καταπάνω της, ενώ το δάχτυλο στη σκανδάλη με δυσκολία κρατιόταν να πάρει εκδίκηση. Την κοίταξε στα μάτια. «Πού είναι η Έρση;» ρώτησε. Εκείνη τότε δίστασε. Έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα προς τον Ανδρέα, καθώς το αίμα του πλημμύριζε το πάτωμα. Το δικό του βλέμμα ήταν άδειο.
Ο Φίλιππος κατάλαβε… Ήξερε τώρα πως η κόρη του ήταν νεκρή, θαμμένη ποιος ξέρει πού, κι αυτοί απέναντι ήταν οι δολοφόνοι της. Δεν σκέφτηκε τίποτα. «Έρση!» φώναξε μόνο και άρχισε να πυροβολεί.


















