Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 11): Σοκ !
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 ,το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5, το κεφάλαιο 6, το κεφάλαιο 7, το κεφάλαιο 8, το κεφάλαιο 9, και το κεφάλαιο 10
Μιάμιση μέρα πίσω. Πρωί Σαββάτου. Ο Ανδρέας Βασιλείου παρακολουθούσε με ένα μαύρο Fiat το λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, όπως είχαν συμφωνήσει με τον Φίλιππο. Δίπλα του καθόταν η Γιάννα Ζαΐρη φανερά αγχωμένη. «Τι έχεις πάθει; Το μετάνιωσες;» της έλεγε κάθε τόσο. «Φοβάμαι! Φοβάμαι πολύ, μωρό μου! Αυτός ο φίλος σου, ο Φίλιππος, μου φαίνεται εντελώς… χαμένος. Αν πιεστεί, θα κάνει γκάφες. Όμως… -όχι!- δεν το ’χω μετανιώσει. Ας γίνει, ό,τι είναι να γίνει. Χωρίς αυτά τα λεφτά… Τι; Η ζωή δε θα ’ναι μίζερη; Δε θα ’ναι το ίδιο - σα φυλακή;». «Έτσι σε θέλω!» της είπε ο Ανδρέας και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί.
Το λεωφορείο έστριψε για τη στάση του στου Λεβέντη. Ο Ανδρέας παρκάρισε καμιά εκατοστή μέτρα πίσω, στο πάρκινγκ του Μοτέλ Λεβέντη και περπάτησε προς τον σταθμό, εξετάζοντας τους επιβάτες, που κατέβαιναν απ’ το λεωφορείο. Είχαν δύο ευκαιρίες να εκτελέσουν το σχέδιό τους. Η επόμενη στάση θα γινόταν στα Τέμπη.
Είδε τη Λένια με την Έρση. Η Λένια, όπως πάντα, περπατούσε σαν να ονειροβατούσε. Η Έρση την τραβούσε απ’ το χέρι, χοροπηδώντας και φλυαρώντας.
Ο Φίλιππος είχε μείνει πίσω και παρατηρούσε όσους κινούνταν έξω από τον σταθμό· έψαχνε για κάποιον που ίσως να αποτελούσε τον αυτόπτη μάρτυρα, που θα τα τίναζε όλα στον αέρα.
Ο Ανδρέας στάθηκε τυχερός. Είδε την Έρση να απομακρύνεται από τη μητέρα της, που περίμενε στο ταμείο. Την πλησίασε μέσα στο ψιλικατζίδικο της επιχείρησης. «Ερσούλα, έχεις δει το μεγάλο μαγαζί με τα παιχνίδια που βρίσκεται δίπλα;» της είπε. Τα ματάκια της Έρσης γυάλισαν. Κάπου τον είχε δει αυτόν τον κύριο. Ναι! Τον είχε δει μαζί με τον μπαμπά της στην παιδική χαρά. Εκείνος την πήρε απ’ το χέρι και της έδειξε τον Φίλιππο, που κάπνιζε μπροστά από το λεωφορείο. Ο μπαμπάς τής χαμογέλασε. Έτσι, ακολούθησε τον απαγωγέα της, γεμάτη προσμονή για τα παιχνίδια.
Την τράβηξε προς το μοτέλ. «Τα παιχνιδάκια;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Έρση κι έκανε να φύγει. Η Γιάννα πετάχτηκε απ’ το αυτοκίνητο και της έφραξε τον δρόμο. Ταυτόχρονα της έκλεισε με δύναμη το στόμα. Το χέρι της γέμισε αίματα. Η μύτη της Έρσης είχε ανοίξει και λέκιαζε το κίτρινο μπουφάν της. Ο Ανδρέας τράβηξε το μπουφάν και το πέταξε ανάμεσα σε κάτι θάμνους. «Αυτό θα μπερδέψει τα πράγματα» ψιθύρισε. «Όλοι θα ψάχνουν το παιδάκι με το κίτρινο μπουφάν· κι ένα κίτρινο μπουφάν βγάζει μάτι!» Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε κάνοντας αναστροφή προς Αθήνα. Στο πίσω κάθισμα, η Γιάννα, συνέχισε να σφίγγει την Έρση, που πάλευε απεγνωσμένα να φωνάξει.
«Στάσου! Σταμάτα!» Κοίταξε ξαφνιασμένος στον καθρέφτη το πρόσωπό της, όπου είχε ζωγραφιστεί η φρίκη. Έκοψε και συνέχισε πιο σιγά. «Τι έγινε;» είπε. «Αυτό! Αυτό έχει πεθάνει!» είπε η Γιάννα, με αλλοιωμένη από τον τρόμο φωνή. Το αυτοκίνητο καβάλησε το ρείθρο φρενάροντας. Πετάχτηκε έξω και τράβηξε και τη γυναίκα, που ακόμα κρατούσε σφιχτά το παράλυτο σώμα της Έρσης. Έμοιαζε με πάνινη κούκλα. «Τι έκανες βρε ηλίθια;» ούρλιαξε. Αισθάνθηκε να αδειάζει. Έβλεπε ήδη μπροστά του ένα στενό κελί, για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.
Της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι, για να καταφέρει να αποσπάσει το παιδί απ’ τα χέρια της. Ήταν μελανιασμένο. Το ακούμπησε με προσοχή στο κάθισμα του συνοδηγού, ενώ έκανε νόημα ότι δεν τρέχει τίποτα σε ένα παλιό αγροτικό, που είχε σχεδόν σταματήσει, να δει αν χρειάζονται κάτι.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο τρόμος τον είχε παραλύσει. Την ταρακουνούσε, πίεζε το στήθος της, φύσαγε με δύναμη στο στοματάκι της· η Έρση παρέμενε ακίνητη. Την είχαν χάσει! Πιο ’κει η Ζαΐρη έκλεγε γοερά. Δεν μπορούσαν πλέον άλλο να κάνουν, παρά ν’ αφήσουν κάπου το νεκρό κορίτσι και να εξαφανιστούν. Και αυτό έκαναν...


















