Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 10): Προς την παράδοση...
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 ,το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5, το κεφάλαιο 6, το κεφάλαιο 7, το κεφάλαιο 8 και το κεφάλαιο 9
Φίλιππε, ξύπνα! Αν δεν γίνουν λάθη, όλα θα πάνε καλά» φώναξε ο Ανδρέας. Ο Φίλιππος είχε παγώσει! Μόλις είχε συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει· πού είχε μπλέξει. Η ζωή του κατέρρεε, τώρα όμως δεν είχε τρόπο διαφυγής. Έπρεπε να συνεχίσει το παιχνίδι που έστησε.
«Βγες στη Βασιλίσσης Σοφίας» συνέχισε η φωνή. «Λίγο πριν το Ιπποκράτειο υπάρχει μια εσοχή. Θα είμαι εκεί μ’ ένα Punto. Έχε ανοιχτό το παράθυρο, πέρνα σύριζα χωρίς να σταματήσεις και πέτα μου τη βαλίτσα. Θα σε ακολουθήσω αμέσως, με την ίδια πορεία. Οι μπάτσοι θα παρακολουθούν το GPS και θα είναι χαλαροί, νομίζοντας ότι συνεχίζεις το δρόμο σου, ακολουθώντας τις οδηγίες μας. Θα τους καλέσεις μετά από δυο λεπτά και θα πεις πως παρέδωσες τη βαλίτσα, αλλά ότι οι απαγωγείς θ’ αφήσουν την Έρση έξω από τη Στρογγυλή Πολυκατοικία στην Κηφισιά. Σ’ αυτό το διάστημα εμείς θα ’χουμε φύγει με άλλο αυτοκίνητο, χωρίς τη βαλίτσα. Οι μπάτσοι θα μπερδευτούν εντελώς. Καλή τύχη!» «Η Έρση;» κραύγασε ο Φίλιππος· αλλά η γραμμή είχε κλείσει.
***
«Μα τι γίνεται; Σταμάτα! Σταμάτα!» φώναξε ο Κοτρωνάς, όταν είδε ξαφνικά το σήμα του GPS να ακινητοποιείται μπρος από το «Αθήναιον». Κοίταξε με αγωνία το δρόμο. Δεν υπήρχε σταματημένο αυτοκίνητο. «Βγείτε στην Κηφισίας και συνεχίστε πίσω απ’ τον Αδαμόπουλο» έδωσε εντολή ο αστυνόμος στο άλλο αυτοκίνητο, που ήδη βρισκόταν στη Μεσογείων παρακολουθώντας από τον παράλληλο δρόμο το σήμα. Ο Κοτρωνάς κατέβηκε βρίζοντας θεούς και δαίμονες. Έτρεξε προς τη μικρή πρασιά, δίπλα από την είσοδο του κινηματογράφου. Η βαλίτσα –ναι!– ήταν εκεί, με την εσωτερική επένδυση ξηλωμένη. Φαινόταν ο μηχανισμός σε μέγεθος σπιρτόκουτου. Σήκωσε οργισμένος το κινητό του. «Έλα κύριε Αδαμόπουλε. Πού βρίσκεσαι;» «Πάω να παραλάβω το παιδί μου» απάντησε τρέμοντας ο Φίλιππος. Αισθανόταν χαμένος. Ποιος άλλος εκτός από τον ίδιο ήξερε για την ύπαρξη του GPS; Μόλις έπαιρναν την Έρση, θα τον συλλάμβαναν. Τα είχε κάνει θάλασσα...
Τότε όμως του ήρθε η ιδέα. Σχεδόν ούρλιαξε απ’ τη χαρά του. Κρατήθηκε. «Κοτρωνά, αν θες να μάθεις, εγώ είπα για την παγιδευμένη βαλίτσα σου. Δεν είναι το δικό σου παιδί σε κάνα υπόγειο. Θα σκότωναν την Έρση, αν έπαιζα παιχνίδια με την αστυνομία, είπαν. Έπρεπε να ακούσεις πόσο αδίστακτοι ακούγονταν. Φωνές απ’ την κόλαση. Ναι! Τους το είπα. Δεν πάνε στο διάολο κι αυτοί κι ο Φωτίου και τα λεφτά του. Εγώ θέλω την κόρη μου πίσω και πάω να την πάρω».
Ο αστυνόμος γύρισε στο αυτοκίνητο. «Στη Στρογγυλή Πολυκατοικία της Κηφισίας» φώναξε στον ασύρματο. «Πρέπει να είστε εκεί πριν τον Αδαμόπουλο. Διακριτικά! Μη δώσετε στόχο. Θα επέμβουμε μόλις πάρει το παιδί. Προσπεράστε τον και μετά βάλτε σειρήνα μέχρι το Μαρούσι, για να σας ανοίγουν δρόμο. Βρέχει κι όλοι θα πηγαίνουν σαν κότες. Μπείτε στην οδό Άνδρου και περιμένετε. Από εκεί θα στρίψουν… αν ποτέ έρθουν». Το τελευταίο δεν ακούστηκε. Ο οδηγός πάτησε γκάζι. Στο ύψος του Ψυχικού είδαν από μακριά το αυτοκίνητο του Φίλιππου.
Με καρφωμένο το τηλέφωνο στο αυτί ο Φίλιππος καλούσε συνέχεια τον Βασιλείου και τη Ζαΐρη στα κινητά τους. Απενεργοποιημένα! Το καρτοτηλέφωνο που του είχαν δώσει για τις «οδηγίες» ήταν άχρηστο. Η κλήση βέβαια είχε γίνει με απόκρυψη. Αισθάνθηκε την οργή να τον πνίγει. «Αλήτες! Κωλόπαιδα!» φώναζε. Άνοιξε το ντουλαπάκι και τράβηξε έξω ένα ημιαυτόματο πιστόλι των 9mm. Το ακούμπησε στη θέση του συνοδηγού. Οι γνωριμίες του πεθερού του τού είχαν εξασφαλίσει άδεια οπλοφορίας. Το μυαλό του είχε ξεμπλοκάρει και κατέβαζε συνεχώς ιδέες.


















