Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 5): Ο τρίτος μάρτυρας και ένα τηλεφώνημα

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 5): Ο τρίτος μάρτυρας και ένα τηλεφώνημα
28 Ιουνίου 2019, 07:45
A+ A-
Συνεχίζονται οι ανακρίσεις...

* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη

Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 , το κεφάλαιο 3 και το κεφάλαιο 4

 

Πίσω απ’ τον αρχιφύλακα, έτρεχε μια γυναίκα με γαλάζια ποδιά. Ο Κοτρωνάς πέτρωσε. «Πού το βρήκατε το μπουφάν Καραμπάτσο;» ρώτησε. «Μας το ’φερε η κυρία που καθαρίζει το μοτέλ αστυνόμε». «Ήταν μέσα σε κάτι θάμνους, εκεί που τελειώνει το πάρκινγκ του ξενοδοχείου» πετάχτηκε η γυναίκα. «Πότε το βρήκες καλή μου;» ρώτησε γλυκά ο Κοτρωνάς, ενώ ο Καραμπάτσος έκανε ασυναίσθητα μια κίνηση να προφυλαχτεί από αυτό που θ’ ακολουθούσε. «Πριν καμιά ώρα» απάντησε αθώα η καθαρίστρια «το πήρα για το εγγονάκι μου. Νόμιζα ότι το ξέχασαν. Ποτέ δε γυρίζουν πίσω να πάρουν ό,τι ξεχνάνε». Τα μάτια του Κοτρωνά πετάχτηκαν από της κόγχες τους. «Παρ’ τη στο περιπολικό Καραμπάτσο. Στείλ’ τη στο αυτόφωρο για παρεμπόδιση του έργου της Αστυνομίας και πιθανή συμμετοχή σε απαγωγή ανηλίκου» και γυρίζοντας στη γυναίκα, που τον κοίταζε με τρόμο «Ή θα μου πεις την αλήθεια τώρα κυρία ή έφυγες δεμένη για εισαγγελέα».

 

Η καθαρίστρια έπεσε στα γόνατα, κλαίγοντας. «Όχι, κύριε αστυνόμε! Σας παρακαλώ! Να, ίσως έπρεπε να σας προσθέσω ότι, κατά κάποιον τρόπο, το μπουφανάκι το πέταξαν από ένα αυτοκίνητο που ’φευγε. Νόμισα ότι…» «Ναι, κατά κάποιον τρόπο, νόμισες πως τρελαθήκανε και πετάνε μπουφάν απ’ τα παράθυρα! Και πότε έγινε αυτό μαντάμ; Γιατί, ενώ έχει ξεσηκωθεί ο τόπος, έκανες το κορόιδο; Λέγε μωρή, πριν σε πνίξω».

 

Η καθαρίστρια πισωπάτησε κι έπεσε πάνω στον Καραμπάτσο. Εκείνος της έριξε μια σφαλιάρα. «Πόσοι ήταν βρε βλαμμένη στο αυτοκίνητο; Είχαν και παιδί μαζί τους;» «Δεν είδα! Δεν είδα!» φώναξε εκείνη. Ο Κοτρωνάς κοίταξε τον αρχιφύλακα με νόημα. «Γιατί παραφέρεσαι Καραμπάτσο; Θες, πριν τον εισαγγελέα να την τρέχουμε στο νοσοκομείο;» «Ορκίζομαι!» φώναξε εκείνη με φρίκη. «Παιδί δεν είδα. Ορκίζομαι στη ζωή των παιδιών μου! Μα τον Άγιο-Φανούρη, που δεν έχω καλύτερο όρκο». «Κατά που έφυγαν; Τουλάχιστον αυτό τό ’δες;»  «Κατά την Αθήνα κύριε διοικητά μου. Κατά ’κει στρίψανε». «Μάρκα, χρώμα και αριθμό αυτοκινήτου. Αν μας τα πεις, κερδίζεις». Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια της. «Μαύρο ήταν. Όχι! Μπλε σκούρο. Ή γκρι… Από μάρκες -μα τον Άγιο- δεν ξέρω. Μόνο του γαμπρού μου ξέρω, που είναι ημιφορτηγάκι - Φόρντ, το οποίον…». Καλού κακού, ο Καραμπάτσος την τράβηξε μακριά απ’ τον Κοτρωνά.

 

Μεγάλες σταγόνες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπο του Φίλιππου ενώ  παρακολουθούσε αποσβολωμένος. Η Λένια έβγαλε μια πληγωμένη κραυγή - όχι ανθρώπινη κραυγή. «Την έχουν σκοτώσει Θεέ μου. Η Έρση μας! Τη σκότωσαν!» Αν κάποιος κινηματογραφούσε, θα είχε συλλάβει μια τέλεια σκηνή τραγωδίας.
Ο Κοτρωνάς έτρεξε στη Λένια. «Όχι κυρία! Με τόσο λίγο αίμα δεν υπάρχει περίπτωση να έχει σκοτωθεί κανείς. Ίσως το παιδάκι κάπου χτύπησε, ενώ το τραβούσαν. Το μπουφάν το πέταξαν για να αποφύγουν τυχόν μπλόκο. Ένα κίτρινο μπουφάν δίνει στόχο. Παίρνω όρκο ότι στο αυτοκίνητο υπήρχε και γυναίκα. Ένα ζευγάρι μ’ ένα παιδί… Τι το πιο φυσιολογικό; Έτσι πέρασαν το μπλόκο της Αταλάντης!»

 

Το τηλέφωνο του Φίλιππου κτύπησε. Εκείνος το έκλεισε και το ξαναέβαλε στην τσέπη του. «Συγχωρείστε με» είπε κι απομακρύνθηκε προς τη θάλασσα. Κάλεσε έναν αριθμό. Μίλησε πολύ σιγά, πολύ θυμωμένα. «Τι έκανες στο παιδί μου, ρε αλήτη;» Η φωνή, στην άλλη άκρη, κάτι του έλεγε. «Τώρα είναι πράγματι καλά; Μου λες αλήθεια;» Η φωνή κάτι εξηγούσε. «Ναι πράγματι ανοίγει πολύ εύκολα η μύτη της. Σε πιστεύω, θα τα πούμε στην Αθήνα. Με τη Γιάννα τα βρήκανε; Α, πολύ καλά. Αυτό κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα για όλους. Τηλεφώνησε εκεί που είπαμε».
Γύρισε πίσω στην ομήγυρη.

 

Επιστροφή