Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 2): Η αναζήτηση
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Διαβάστε το κεφάλαιο 1
Ο Φίλιππος είδε τη Λένια να βγαίνει με έκδηλη αγωνία απ’ τα WC, συνεχίζοντας να φωνάζει την κόρη τους. Η φωνή της έσπαγε απ’ τα αναφιλητά. Τον προσπέρασε, χωρίς καν να τον βλέπει. Έτρεχε σαν αλλοπαρμένη προς το αρτοποιείο της επιχείρησης.
"Κυρία, μήπως είδατε ένα κοριτσάκι με κίτρινο μπουφάν;» ρώτησε την αναστατωμένη υπάλληλο πίσω απ’ τη βιτρίνα. Εκείνη, βλέποντας το δραματικό ύφος της Λένιας, είχε καταλάβει τι μπορεί να ʼχει συμβεί και φωνάζοντας «όχι κυρία, όχι!» άφησε το πόστο της και καλούσε τους άλλους εργαζόμενους να ψάξουν για το κοριτσάκι με το κίτρινο μπουφάν.
Έτρεξε κοντά στη γυναίκα του που τον κοίταζε τώρα με φρίκη. «Τι το ʼθελες το καταραμένο το ταξίδι; Τι μου έκανες;» του πέταξε. Την άρπαξε απ’ τους ώμους, ταρακουνώντας την. «Άκου με. Άκου με είπα! Ηρέμησε και πες μου τι έγινε!».
Ανάμεσα από λυγμούς, προσπαθούσε να του πει ότι, ενώ περίμενε στο ταμείο, η Έρση περιφερόταν ανάμεσα στα τραπέζια. Ότι, κάποια στιγμή, πλησίασε στον χώρο με τις σοκολάτες, τα βιβλία, τα παιχνιδάκια που συνήθως έχουν αυτά τα μαγαζιά της Εθνικής Οδού. «Ήταν μεγάλη ουρά - χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Μόλις πλήρωσα κοίταξα για την Έρση και δεν ήταν πουθενά». Η φωνή της κόπηκε. Άρχισε να καταρρέει. Την έσυρε σχεδόν σε μια καρέκλα και μετά άρχισε να τρέχει φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη την κόρη του.
Λένε πως όταν πεθαίνεις, λίγο πριν, η ζωή που έζησες περνάει από μπροστά σου σαν κινηματογραφική ταινία∙ κι ότι αυτό διαρκεί όσο η τελευταία σου πνοή - μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Δεν είν’ αλήθεια! Αρκεί κάποια στιγμή να πιστέψεις ότι καλύτερα να πεθάνεις, παρά να συνεχίσεις να ζεις αυτό που σου συμβαίνει. Αναρωτιέσαι τι φταίει που κατέληξες εδώ και ψάχνεις απεγνωσμένα πίσω. Το ίδιο ακριβώς γίνεται όταν πεθαίνεις. Κοιτάς απεγνωσμένα πίσω να καταλάβεις αν άξιζε τον κόπο να ζεις.
Έτσι αισθάνθηκε η Λένια. Η απώλεια όμως της Έρσης -ο τρόμος γι’ αυτή την πιθανότητα, η αγωνία-, ήρθε σε μια στιγμή που η ζωή για εκείνη είχε πάψει να ’χει ουσιαστικό νόημα. Τίποτα πια δεν πήγαινε καλά. Βούλιαζε στη θλίψη. Κοίταξε πίσω και δεν είδε τίποτα. Τίποτα που να άξιζε τον κόπο. Μια ζωή εντελώς επίπεδη. Η Έρση θα μπορούσε, όταν γεννήθηκε, να δώσει ένα νόημα στην καθημερινότητά τους.
Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι κι αυτό ήταν μάταιο. Είχε μετανιώσει. Ποτέ δεν το ομολόγησε, αλλά η φροντίδα ενός παιδιού -η ύπαρξή του ακόμα- αισθανόταν ότι την διέλυε.
Ο Φίλιππος έτρεξε προς την Εθνική Οδό. Λάθος κίνηση! Αν είχε συμβεί κάποιο ατύχημα θα είχε γίνει πανζουρλισμός. Όχι! Οι επιβάτες του λεωφορείου κατέβηκαν και σκορπίστηκαν ψάχνοντας και φωνάζοντας. Γύρισε κατά τη θάλασσα. Πουθενά δεν φαινόταν το κίτρινο μπουφάν της Έρσης.
Κανείς εκείνη την πρώτη ώρα δεν πίστευε πως το κορίτσι μπορεί να είχε εξαφανιστεί πραγματικά. Όλοι λέγανε ότι θα βρεθεί οπωσδήποτε και προσπαθούσαν να καθησυχάσουν τη Λένια που έκλαιγε ασταμάτητα. Μετά από εκείνη τη μία ώρα, ο οδηγός άρχισε να μουρμουρίζει ότι πρέπει να φεύγουν. Ας έμεναν οι γονείς πίσω.
"Δεν έχετε να πάτε πουθενά, πριν έρθει πρώτα η αστυνομία» του είπε ο Φίλιππος. Εκείνος άρχισε να μουρμουρίζει μεγαλόφωνα, τι γονείς είν’ αυτοί που παρατάνε πέντε χρονών παιδί αφύλαχτο, και τέτοια. Δεν κατάλαβε πώς τον κτύπησε με τόση δύναμη. Το πρόσωπο του οδηγού γέμισε αίματα. Οι πιο ψύχραιμοι έπεσαν και τους χώρισαν. Μετά έφτασε το περιπολικό και ένα όχημα της ΕΜΑΚ. Οι αστυνομικοί δεν άφησαν κανέναν να φύγει.


















