Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 1): H εξαφάνιση
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Τότε, πριν την κατασκευή της νέας Εθνικής Οδού, το λεωφορείο Αθήνα - Θεσσαλονίκη έκανε πάντα μια στάση στου «Λεβέντη» για ξεκούραση. Είχε ανοίξει το 1962, κοντά στα Καμένα Βούρλα, κι ήταν ο πρώτος σοβαρός (και διάσημος) σταθμός εξυπηρέτησης που έγινε στην Ελλάδα.
Εκεί ακριβώς εξαφανίστηκε η Έρση.
Η Λένια κατέβηκε από το λεωφορείο κρατώντας την Έρση απ’ το χέρι. Ο Φίλιππος είπε ότι βαριόταν και δεν τους ακολούθησε. Το είχε ήδη μετανιώσει γι’ αυτό το ταξίδι, που ο ίδιος είχε οργανώσει. Τον τελευταίο καιρό έκανε συνεχώς προσπάθειες να τα βρουν κάπως με τη γυναίκα του - προσπάθειες που οδηγούσαν πάντα σε αδιέξοδα. Την είχε πιέσει για τη Θεσσαλονίκη, μπας κι οι αναμνήσεις της φοιτητικής τους ζωής ζωντάνευαν κάπως τη σχέση. Αυτή την έννοια άλλωστε είχε κι η μετάβαση με το λεωφορείο. «Πάμε όπως τότε» της έλεγε…
Όμως η Λένια του ανακοίνωσε πως θα πάρει και την κόρη τους μαζί. Δεν ήθελε, είπε, να την αποχωριστεί. Παλιότερα την άφηνε με χαρά στους γονείς της κι έφευγαν. Τώρα όχι! Η δικαιολογία ήταν ότι το παιδί είχε αρχίσει να βλέπει εφιάλτες κι έπρεπε να βρίσκεται κοντά στη μαμά του. Δηλαδή, θα ήταν όλοι μαζί σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου… Θεέ μου! Τι θα μπορούσαν άραγε να πουν και να κάνουν; Καλύτερα να μην ξεκινούσαν καν.
Αυτά σκεφτόταν παρατηρώντας τις φιγούρες της γυναίκας και της κόρης του πίσω απ’ το τζάμι της κυρίως αίθουσας του «Λεβέντη», στην ουρά με τους συνταξιδιώτες τους. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο και άναψε τσιγάρο. Ο δροσερός αέρας της άνοιξης, ίσως να του άλλαζε λίγο τη διάθεση· τη χαλασμένη καιρό τώρα, απ’ το γνωστό φαύλο κύκλο: ακατάσχετη κατανάλωση - οικονομικά προβλήματα - κατήφεια - δανεισμός - κάτι πάει να φτιάξει - μεγαλύτερος δανεισμός - ξανά κατανάλωση - νέα προβλήματα - απελπισία. Απελπισία και θυμός που τα πάλευε άυπνος, μάλλον μάταια.
Μα πώς είχε τόσο παρασυρθεί; Τώρα έχανε κάθε μέρα τη Λένια. Τη Λένια του, που είχε τόσο ερωτευθεί, και που όσο απομακρυνόταν, τόσο η εμμονή του για ‘κείνη μεγάλωνε. Τη Λένια που όταν περπατούσαν χέρι-χέρι φούσκωνε από περηφάνια, καθώς όλοι γύριζαν να την κοιτάξουν. Τη Λένια με τα αινιγματικά μεγάλα μάτια, που έκρυβαν παραπλανητικά τα συναισθήματά της. Λοιπόν, αυτά τα μάτια δεν είχαν πια τίποτε να κρύψουν∙ ήταν απλανή και λυπημένα. Κάθε συζήτηση οδηγούσε σε μια νέα προσπάθεια να σώσουν το γάμο τους. Δικές του ήταν οι ιδέες∙ εκείνη ακολουθούσε παθητικά. Όχι, δεν υπήρχε τρίτο πρόσωπο -γιατί εκεί πήγε πρώτα το μυαλό του- Όχι! Την είχε παρακολουθήσει και, όχι.
Η γυναίκα του, του έκανε νόημα, αν θέλει καφέ. Δεν ήθελε, αλλά έγνεψε «ναι». Θεώρησε την κίνηση σαν μια κάποια προσπάθεια προσέγγισης μετά από ένα, ως τότε, βουβό ταξίδι. (Εκ των υστέρων είπε στην αστυνομία ότι δεν είχε δει την Έρση κοντά της, αλλά πως, εκείνη τη στιγμή, δεν παραξενεύτηκε).
Κοίταζε το ρολόι του. Οι συνεπιβάτες γύριζαν στις θέσεις τους. Πού ήταν η Λένια; Κατευθύνθηκε στο μεγάλο κτήριο με τα πολύχρωμα πετάσματα. Ο νέος δρόμος δεν του είχε δώσει ακόμα τη χαριστική βολή. Ωστόσο, τότε, ήταν στα τελευταία του, αν και το συντηρούσαν αξιοπρεπώς. Το προσωπικό όμως είχε ήδη αρχίσει να λιγοστεύει.
Μπήκε και κοίταξε γύρω. Την άκουσε από κάπου στο βάθος να φωνάζει «Έρση, Έρση, πού είσαι αγαπούλα μου; Δεν μπορούμε να παίξουμε εδώ κρυφτό. Θα μας φύγει το ωραίο λεωφορείο με τον μπαμπά μας μέσα…» Αυτό το «μας» άναψε μια μικρή φλόγα ελπίδας. Θα ήταν όμως το τελευταίο καλό της μέρας. Αλλά, και των εφιαλτικών ημερών που ακολούθησαν…
Συνεχίζεται...


















